Греческий словарь
с грамматикой

ξαναζώ

[ksanazˈo]глаголB1

Значения

1
жить снова, возродиться
to live again, to come back to life · ξαναζώ μετά από δύσκολες μέρες — жить снова после трудных дней
2
оживать, возвращаться к жизни
to revive, to be reborn · η πόλη ξαναζεί με την άνοιξη — город оживает весной

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ξαναζώ
εσύ
ξαναζείς
αυτός
ξαναζεί
εμείς
ξαναζούμε
εσείς
ξαναζείτε
αυτοί
ξαναζούν
Аорист
εγώ
ξαναέζησα
εσύ
ξαναέζησες
αυτός
ξαναέζησε
εμείς
ξαναζήσαμε
εσείς
ξαναζήσατε
αυτοί
ξαναέζησαν
Будущее
εγώ
θα ξαναζήσω
εσύ
θα ξαναζήσεις
αυτός
θα ξαναζήσει
εμείς
θα ξαναζήσουμε
εσείς
θα ξαναζήσετε
αυτοί
θα ξαναζήσουν

Примеры

Μετά το ατύχημα, ξαναζούσε σαν θαύμα.
После несчастного случая он чудесным образом начал жить заново. · After the accident, he miraculously came back to life.
Η φύση ξαναζεί κάθε άνοιξη.
Природа возрождается каждую весну. · Nature is reborn every spring.
Θα ξαναζήσουν όλοι με νέες ελπίδες.
Все будут жить заново с новыми надеждами. · Everyone will live again with new hopes.
Ξαναέζησε μόλις γύρισε στην πατρίδα του.
Он ожил, как только вернулся на родину. · He came alive again as soon as he returned to his homeland.