Греческий словарь
с грамматикой

ξαναδίνω

[ˈksana.ˈðino]глаголB1

Значения

1
давать снова, отдавать обратно
give again, give back · ξαναδίνω το βιβλίο — даю книгу обратно
2
повторно предоставлять, возобновлять
provide again, resume · ξαναδίνω ευκαιρία — даю ещё один шанс

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ξαναδίνω
εσύ
ξαναδίνεις
αυτός
ξαναδίνει
εμείς
ξαναδίνουμε
εσείς
ξαναδίνετε
αυτοί
ξαναδίνουν
Аорист
εγώ
ξανάδωσα
εσύ
ξανάδωσες
αυτός
ξανάδωσε
εμείς
ξανάδωσαμε
εσείς
ξανάδωσαν
αυτοί
ξανάδωσαν
Будущее
εγώ
θα ξαναδώσω
εσύ
θα ξαναδώσεις
αυτός
θα ξαναδώσει
εμείς
θα ξαναδώσουμε
εσείς
θα ξαναδώσετε
αυτοί
θα ξαναδώσουν

Примеры

Ξανάδωσα το δανεικό χρήμα στον φίλο μου.
Я отдал одолженные деньги моему другу. · I gave back the borrowed money to my friend.
Μας ξαναδίνει μια τελευταία ευκαιρία να κερδίσουμε.
Он нам даёт последний шанс победить. · He's giving us one last chance to win.
Θα ξανάδωσω τα κλειδιά αύριο το πρωί.
Я верну ключи завтра утром. · I'll give back the keys tomorrow morning.
Ξανάδωσέ μου το περιοδικό που σου έδωσα.
Верни мне журнал, который я тебе дал. · Give me back the magazine I gave you.