Греческий словарь
с грамматикой

ξαναέρχομαι

[ˈksanˈerxome]глаголA2

Значения

1
возвращаться, приходить снова
to come back, to return · ξανάρχεται στο σπίτι — он снова приходит домой
2
возникать снова, повторяться
to happen again, to recur · το πρόβλημα ξανάρχεται — проблема возникает снова

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ξαναέρχομαι
εσύ
ξαναέρχεσαι
αυτός
ξαναέρχεται
εμείς
ξαναερχόμαστε
εσείς
ξαναέρχεστε
αυτοί
ξαναέρχονται
Аорист
εγώ
ξανάρθηκα
εσύ
ξανάρθηκες
αυτός
ξανάρθηκε
εμείς
ξανάρθηκαν
εσείς
ξανάρθηκαν
αυτοί
ξανάρθηκαν
Будущее
εγώ
θα ξαναέρθω
εσύ
θα ξαναέρθεις
αυτός
θα ξαναέρθει
εμείς
θα ξαναέρθουμε
εσείς
θα ξαναέρθετε
αυτοί
θα ξαναέρθουν

Примеры

Ξανάρθηκε από το ταξίδι χθες το απόγευμα.
Он вернулся из поездки вчера вечером. · He came back from the trip yesterday evening.
Θα ξαναέρθω αύριο για να σε δω.
Я снова приду завтра, чтобы увидеть тебя. · I'll come back tomorrow to see you.
Το ίδιο λάθος ξανάρχεται κάθε φορά.
Одна и та же ошибка повторяется каждый раз. · The same mistake happens again every time.
Ξαναέρχεσαι στο ίδιο θέμα συνέχεια.
Ты постоянно возвращаешься к той же теме. · You keep coming back to the same topic.