Греческий словарь
с грамматикой

ξανάρχομαι

[ksa'narxome]глаголA2

Значения

1
снова начинать, начинать заново
to start again, to resume, to begin anew · ξανάρχομαι την δουλειά — снова начинаю работу
2
уходить снова, возвращаться туда же
to go back again, to return to the same place · ξανάρχομαι στο σπίτι — снова иду домой

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ξανάρχομαι
εσύ
ξανάρχεσαι
αυτός
ξανάρχεται
εμείς
ξανάρχομαι
εσείς
ξανάρχεστε
αυτοί
ξανάρχονται
Аорист
εγώ
ξανάρχησα
εσύ
ξανάρχησες
αυτός
ξανάρχησε
εμείς
ξανάρχησαν
εσείς
ξανάρχησατε
αυτοί
ξανάρχησαν
Будущее
εγώ
θα ξανάρχομαι
εσύ
θα ξανάρχεσαι
αυτός
θα ξανάρχεται
εμείς
θα ξανάρχομαι
εσείς
θα ξανάρχεστε
αυτοί
θα ξανάρχονται

Примеры

Ξανάρχομαι στο γραφείο αύριο.
Завтра я снова иду на работу. · I'm going back to the office tomorrow.
Ξανάρχησε στο ίδιο σχολείο ο γιος του.
Его сын снова пошёл в ту же школу. · His son returned to the same school.
Θα ξανάρχονταν κάθε καλοκαίρι στο χωριό.
Они возвращались бы в деревню каждое лето. · They would go back to the village every summer.
Ξανάρχεστε στα ίδια προβλήματα;
Вы снова возвращаетесь к тем же проблемам? · Are you going back to the same problems again?