Греческий словарь
с грамматикой

ξαναμιλώ

[ˈksanamɪˈlo]глаголA2

Значения

1
говорить снова, еще раз разговаривать
to speak again, talk again · ξαναμιλώ με τον φίλο μου — я снова разговариваю с моим другом
2
помириться, восстановить отношения после ссоры
to make up, reconcile after a quarrel · Ξαναμιλήσαμε μετά τη διαφωνία. — Мы помирились после разногласия.

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ξαναμιλώ
εσύ
ξαναμιλάς
αυτός
ξαναμιλάει
εμείς
ξαναμιλάμε
εσείς
ξαναμιλάτε
αυτοί
ξαναμιλάνε
Аорист
εγώ
ξαναμίλησα
εσύ
ξαναμίλησες
αυτός
ξαναμίλησε
εμείς
ξαναμιλήσαμε
εσείς
ξαναμιλήσατε
αυτοί
ξαναμίλησαν
Будущее
εγώ
θα ξαναμιλήσω
εσύ
θα ξαναμιλήσεις
αυτός
θα ξαναμιλήσει
εμείς
θα ξαναμιλήσουμε
εσείς
θα ξαναμιλήσετε
αυτοί
θα ξαναμιλήσουν

Примеры

Ξαναμιλήσαμε για πρώτη φορά χθες.
Вчера мы поговорили впервые снова. · Yesterday we spoke to each other again for the first time.
Δεν θέλω να ξαναμιλήσω μαζί σου.
Я не хочу снова с тобой разговаривать. · I don't want to talk to you again.
Ξαναμιλούν οι δύο φίλες μετά χρόνια.
Две подруги снова разговаривают после многих лет. · The two friends are talking again after years.
Τελικά ξαναμίλησαν και έκαναν ειρήνη.
В конце концов они помирились и заключили мир. · In the end they made up and made peace.