Греческий словарь
с грамматикой

ξίζω

[ˈksi.zo]глаголB1

Значения

1
скрести, царапать (поверхность острым предметом)
to scratch, to scrape (a surface with a sharp object) · ξίζω το τοίχο — скребу стену
2
издавать скрежещущий звук
to make a scratching or grating sound · το κόκαλο ξίζει — кость скрежещет

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ξίζω
εσύ
ξίζεις
αυτός
ξίζει
εμείς
ξίζουμε
εσείς
ξίζετε
αυτοί
ξίζουν
Аорист
εγώ
έξισα
εσύ
έξισες
αυτός
έξισε
εμείς
ξίσαμε
εσείς
ξίσατε
αυτοί
έξισαν
Будущее
εγώ
θα ξίσω
εσύ
θα ξίσεις
αυτός
θα ξίσει
εμείς
θα ξίσουμε
εσείς
θα ξίσετε
αυτοί
θα ξίσουν

Примеры

Το παιδί ξίζει το παράθυρο με το νύχι του.
Ребёнок скребёт окно своим ногтем. · The child is scratching the window with his fingernail.
Έξισα το χρώμα από τον τοίχο με σπάτουλα.
Я соскоблил краску со стены шпателем. · I scraped the paint off the wall with a spatula.
Όταν ξίζεις το σκουριασμένο μέταλλο, κάνει φοβερό θόρυβο.
Когда скребёшь ржавый металл, получается ужасный звук. · When you scrape rusted metal, it makes a terrible noise.
Θα ξίσουμε το παγάκι από τον παρμπρίζ.
Мы соскребём лёд с лобового стекла. · We will scrape the ice off the windscreen.