Греческий словарь
с грамматикой

νυχτώνω

[nixtˈono]глаголB1

Значения

1
проводить ночь, ночевать
to spend the night, to stay overnight · νυχτώνω σε ξενοδοχείο — ночевать в отеле
2
наступать (о ночи), темнеть
to fall (of night), to get dark · Νυχτώνει στη Βόρεια Ελλάδα — В северной Греции наступает ночь

Грамматика

Настоящее время
εγώ
νυχτώνω
εσύ
νυχτώνεις
αυτός
νυχτώνει
εμείς
νυχτώνουμε
εσείς
νυχτώνετε
αυτοί
νυχτώνουν
Аорист
εγώ
νύχτωσα
εσύ
νύχτωσες
αυτός
νύχτωσε
εμείς
νυχτώσαμε
εσείς
νυχτώσατε
αυτοί
νύχτωσαν
Будущее
εγώ
θα νυχτώσω
εσύ
θα νυχτώσεις
αυτός
θα νυχτώσει
εμείς
θα νυχτώσουμε
εσείς
θα νυχτώσετε
αυτοί
θα νυχτώσουν

Примеры

Θα νυχτώσουμε στο σπίτι του φίλου μας.
Мы переночуем в доме нашего друга. · We will spend the night at our friend's house.
Νύχτωσαν στην εξοχή χθες.
Вчера они ночевали за городом. · They stayed overnight in the countryside yesterday.
Νυχτώνει ήδη και δεν έχουμε φτάσει ακόμα.
Уже темнеет, а мы ещё не пришли. · Night is falling and we haven't arrived yet.
Κάθε καλοκαίρι νυχτώνουμε στα ορεινά χωριά.
Каждое лето мы ночуем в горных деревнях. · Every summer we stay overnight in mountain villages.