Греческий словарь
с грамматикой

νυμφεύω

[nimˈfevo]глаголC1

Значения

1
выдавать замуж; организовать свадьбу
to marry off (a daughter); to give in marriage · τη νυμφεύει με έναν καλό άντρα — выдаёт её замуж за хорошего человека
2
вступать в брак; жениться, выходить замуж
to marry; to wed · νυμφεύθηκε χθες — вчера вышла замуж

Грамматика

Настоящее время
εγώ
νυμφεύω
εσύ
νυμφεύεις
αυτός
νυμφεύει
εμείς
νυμφεύουμε
εσείς
νυμφεύετε
αυτοί
νυμφεύουν
Аорист
εγώ
νύμφευσα
εσύ
νύμφευσες
αυτός
νύμφευσε
εμείς
νυμφεύσαμε
εσείς
νυμφεύσατε
αυτοί
νύμφευσαν
Будущее
εγώ
θα νυμφεύσω
εσύ
θα νυμφεύσεις
αυτός
θα νυμφεύσει
εμείς
θα νυμφεύσουμε
εσείς
θα νυμφεύσετε
αυτοί
θα νυμφεύσουν

Примеры

Ο πατέρας νύμφευσε την κόρη του στο χωριό.
Отец выдал свою дочь замуж в деревне. · The father gave his daughter away in the village.
Νυμφεύθηκε με έναν αρχιτέκτονα πέρυσι.
Год назад она вышла замуж за архитектора. · Last year she married an architect.
Στα παλιά χρόνια νύμφευαν τα κορίτσια νωρίς.
В старые времена девушек выдавали замуж рано. · In old times girls were married off early.