Греческий словарь
с грамматикой

ντροπιάζω

[ˈndropiˈazo]глаголB1

Значения

1
стыдить, заставлять стыдиться
to shame, to embarrass · ντροπιάζω κάποιον δημόσια — стыдить кого-то публично
2
смущать, приводить в замешательство
to confuse, to disconcert · η ερώτηση τον ντροπίασε — вопрос его смутил

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ντροπιάζω
εσύ
ντροπιάζεις
αυτός
ντροπιάζει
εμείς
ντροπιάζουμε
εσείς
ντροπιάζετε
αυτοί
ντροπιάζουν
Аорист
εγώ
ντρόπιασα
εσύ
ντρόπιασες
αυτός
ντρόπιασε
εμείς
ντροπιάσαμε
εσείς
ντροπιάσατε
αυτοί
ντρόπιασαν
Будущее
εγώ
θα ντροπιάσω
εσύ
θα ντροπιάσεις
αυτός
θα ντροπιάσει
εμείς
θα ντροπιάσουμε
εσείς
θα ντροπιάσετε
αυτοί
θα ντροπιάσουν

Примеры

Δεν θα σε ντροπιάσω μπροστά στους άλλους.
Я не стану стыдить тебя при других. · I won't shame you in front of others.
Την ντρόπιασε με τις αδύναμες του απαντήσεις.
Его слабые ответы её смутили. · His weak answers embarrassed her.
Οι μαθητές δεν πρέπει να ντροπιάζονται για τα λάθη τους.
Ученики не должны стыдиться своих ошибок. · Students shouldn't be ashamed of their mistakes.
Αν τον ντροπιάσεις, δεν θα σου συγχωρέσει.
Если его осрамить, он тебе не простит. · If you disgrace him, he won't forgive you.