ντετέκτιβ
[ˈdetektiv]существительноеο · мужской родA2
Значения
1
детектив, сыщик
detective, investigator · ο ντετέκτιβ λύνει τα εγκλήματα — детектив раскрывает преступления
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο ντετέκτιβ
вин.
τον ντετέκτιβ
род.
του ντετέκτιβ
зват.
ντετέκτιβ
Мн. ч.
им.
οι ντετέκτιβ
вин.
τους ντετέκτιβ
род.
των ντετέκτιβ
зват.
ντετέκτιβ
Примеры
Ο ντετέκτιβ έρευνα το περίεργο περιστατικό.
Детектив расследует странный случай. · The detective is investigating the strange case.
Τους ντετέκτιβ ζήτησαν να βρουν τον κλέφτη.
Детективов попросили найти вора. · The detectives were asked to find the thief.
Ο ντετέκτιβ μας είναι πολύ έξυπνος.
Наш детектив очень умный. · Our detective is very clever.