Греческий словарь
с грамматикой

νοώ

[noˈo]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)B1

Значения

1
понимать, постигать
to understand, to grasp · Νοώ τι λέει. — Я понимаю, что он говорит.
2
осознавать, сознавать
to be aware of, to realize · Νοώ την κατάστασή του. — Я осознаю его положение.

Грамматика

Настоящее время
εγώ
νοώ
εσύ
νοείς
αυτός
νοεί
εμείς
νοούμε
εσείς
νοείτε
αυτοί
νοούν
Аорист
εγώ
νόησα
εσύ
νόησες
αυτός
νόησε
εμείς
νοήσαμε
εσείς
νοήσατε
αυτοί
νόησαν
Будущее
εγώ
θα νοήσω
εσύ
θα νοήσεις
αυτός
θα νοήσει
εμείς
θα νοήσουμε
εσείς
θα νοήσετε
αυτοί
θα νοήσουν

Примеры

Δεν νοώ γιατί έφυγε.
Я не понимаю, почему он уехал. · I don't understand why he left.
Νοούμε ότι είναι δύσκολο.
Мы понимаем, что это сложно. · We understand that it is difficult.
Θα νοήσεις όταν μεγαλώσεις.
Ты поймёшь, когда подрастёшь. · You will understand when you grow up.
Νόησε τελικά το πρόβλημα.
Он наконец-то осознал проблему. · He finally grasped the problem.