νοτιότερος
[notiˈɔteros]прилагательноеB1
Значения
1
более южный, расположенный дальше на юг
more southern, situated further south · το νοτιότερο μέρος της χώρας — самая южная часть страны
Грамматика
мужской род
им.
νοτιότερος
вин.
νοτιότερο
род.
νοτιότερου
зват.
νοτιότερε
женский род
им.
νοτιότερη
вин.
νοτιότερη
род.
νοτιότερης
зват.
νοτιότερη
средний род
им.
νοτιότερο
вин.
νοτιότερο
род.
νοτιότερου
зват.
νοτιότερο
Примеры
Η Κρήτη είναι νοτιότερη από τη Θεσσαλία.
Крит расположен южнее Фессалии. · Crete is situated further south than Thessaly.
Στα νοτιότερα νησιά το κλίμα είναι πολύ ζεστό.
На более южных островах климат очень жаркий. · The climate is very hot on the more southern islands.
Ο νοτιότερος σταθμός της γραμμής βρίσκεται στη Λάρισα.
Самая южная станция линии находится в Ларисе. · The southernmost station on the line is in Larissa.