Греческий словарь
с грамматикой

νοτιοδυτικός

[nɔtjɔðuˈtikɔs]прилагательноеB1

Значения

1
юго-западный
southwestern · νοτιοδυτικό άνεμο — юго-западный ветер

Грамматика

мужской род
им.
νοτιοδυτικός
вин.
νοτιοδυτικό
род.
νοτιοδυτικού
зват.
νοτιοδυτικέ
женский род
им.
νοτιοδυτική
вин.
νοτιοδυτική
род.
νοτιοδυτικής
зват.
νοτιοδυτική
средний род
им.
νοτιοδυτικό
вин.
νοτιοδυτικό
род.
νοτιοδυτικού
зват.
νοτιοδυτικό

Примеры

Ο νοτιοδυτικός άνεμος είναι δυνατός σήμερα.
Юго-западный ветер сегодня сильный. · The southwestern wind is strong today.
Ζούμε στο νοτιοδυτικό τμήμα της πόλης.
Мы живём в юго-западной части города. · We live in the southwestern part of the city.
Η νοτιοδυτική ακτή είναι πολύ όμορφη.
Юго-западное побережье очень красиво. · The southwestern coast is very beautiful.
Τα νοτιοδυτικά προάστια αναπτύσσονται γρήγορα.
Юго-западные пригороды развиваются быстро. · The southwestern suburbs are developing rapidly.