νοτιοανατολικός
[notioanatoliˈkos]прилагательное · мужской родB1
Значения
1
юго-восточный
southeastern · νοτιοανατολική κατεύθυνση — юго-восточное направление
Примеры
Ο νοτιοανατολικός αέρας φυσάει δυνατά σήμερα.
Юго-восточный ветер дует сильно сегодня. · The southeastern wind is blowing hard today.
Η νοτιοανατολική ακτή είναι πολύ όμορφη.
Юго-восточное побережье очень красиво. · The southeastern coast is very beautiful.
Στο νοτιοανατολικό τμήμα της χώρας έχει περισσότερη βροχή.
В юго-восточной части страны выпадает больше осадков. · The southeastern part of the country gets more rain.