νοσώ
[noˈso]глаголгруппа Б1 (-άω/-ώ)B1
Значения
1
болеть, быть больным
to be ill, to be sick · νοσώ από γρίπη — я болею гриппом
2
страдать (от чего-либо), испытывать
to suffer from, to be afflicted with · νοσώ από άγχος — я страдаю от тревоги
Грамматика
Настоящее время
εγώ
νοσώ
εσύ
νοσάς
αυτός
νοσά
εμείς
νοσούμε
εσείς
νοσάτε
αυτοί
νοσούν
Аорист
εγώ
νόσησα
εσύ
νόσησες
αυτός
νόσησε
εμείς
νοσήσαμε
εσείς
νοσήσατε
αυτοί
νόσησαν
Будущее
εγώ
θα νοσήσω
εσύ
θα νοσήσεις
αυτός
θα νοσήσει
εμείς
θα νοσήσουμε
εσείς
θα νοσήσετε
αυτοί
θα νοσήσουν
Примеры
Ο αδερφός μου νοσά με πυρετό.
Мой брат болеет с лихорадкой. · My brother is sick with a fever.
Νόσησε και ήταν στο κρεβάτι για μια εβδομάδα.
Он заболел и пролежал в постели неделю. · He fell ill and was in bed for a week.
Νοσούν από χρόνια αρτηριακή πίεση.
Они страдают от хронического высокого кровяного давления. · They suffer from chronic high blood pressure.