νοσοκομείο
[nosokomiˈo]существительноеτο · средний родA1
Значения
1
больница
hospital · πάω στο νοσοκομείο — идти в больницу
Грамматика
Ед. ч.
им.
το νοσοκομείο
вин.
το νοσοκομείο
род.
του νοσοκομείου
зват.
νοσοκομείο
Мн. ч.
им.
τα νοσοκομεία
вин.
τα νοσοκομεία
род.
των νοσοκομείων
зват.
νοσοκομεία
Примеры
Ο ασθενής είναι στο νοσοκομείο.
Пациент находится в больнице. · The patient is in the hospital.
Χτες πήγα στο νοσοκομείο για έλεγχο.
Вчера я пошла в больницу на обследование. · Yesterday I went to the hospital for a check-up.
Τα νοσοκομεία της πόλης είναι πολύ καλά.
Больницы в городе очень хорошие. · The hospitals in the city are very good.
Εργάζεται γιατρός στο νοσοκομείο του Ευαγγελισμού.
Она работает врачом в больнице Евангелизма. · She works as a doctor at Evangelismos Hospital.