Греческий словарь
с грамматикой

νοοτροπία

[nootropˈia]существительноеη · женский родC1

Значения

1
образ мышления, склад ума, менталитет
mentality, cast of mind, way of thinking · η νοοτροπία ενός ανθρώπου — менталитет человека
2
психологический склад, характер мышления
psychological disposition, intellectual character · διαφορετική νοοτροπία — иной образ мышления

Грамматика

Ед. ч.
им.
η νοοτροπία
вин.
την νοοτροπία
род.
της νοοτροπίας
зват.
νοοτροπία
Мн. ч.
им.
οι νοοτροπίες
вин.
τις νοοτροπίες
род.
των νοοτροπιών
зват.
νοοτροπίες

Примеры

Η νοοτροπία του διαφέρει από τη δική μας.
Его образ мышления отличается от нашего. · His mentality differs from ours.
Αυτές οι νοοτροπίες διαμορφώνονται από τη πολιτιστική κληρονομιά.
Эти менталитеты формируются культурным наследием. · These ways of thinking are shaped by cultural heritage.
Έχουν τελείως διαφορετική νοοτροπία για τη δουλειά.
У них совершенно другой подход к работе. · They have a completely different attitude towards work.
Η νοοτροπία της κοινωνίας αλλάζει με τα χρόνια.
Менталитет общества меняется с годами. · Society's mentality changes over the years.