νομοσχέδιο
[nomoˈsxeðio]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
законопроект
bill (proposed legislation) · νομοσχέδιο για τη φορολογία — законопроект о налогообложении
Грамматика
Ед. ч.
им.
το νομοσχέδιο
вин.
το νομοσχέδιο
род.
του νομοσχεδίου
зват.
νομοσχέδιο
Мн. ч.
им.
τα νομοσχέδια
вин.
τα νομοσχέδια
род.
των νομοσχεδίων
зват.
νομοσχέδια
Примеры
Η κυβέρνηση υπέβαλε ένα νέο νομοσχέδιο στο Κοινοβούλιο.
Правительство внесло новый законопроект в парламент. · The government submitted a new bill to Parliament.
Τα νομοσχέδια συζητούνται στις επιτροπές.
Законопроекты обсуждаются в комиссиях. · Bills are discussed in committees.
Αντιδράσαμε κατά του νομοσχεδίου για την εργασία.
Мы выступили против законопроекта о труде. · We opposed the labour bill.
Ποια νομοσχέδια αναμένονται αυτό το καλοκαίρι;
Какие законопроекты ожидаются этим летом? · What bills are expected this summer?