Греческий словарь
с грамматикой

νομοθετώ

[nomoθeˈto]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)C1

Значения

1
издавать законы, законодательствовать
to legislate, to enact laws · ο Κοινοβούλιο νομοθετεί — парламент издаёт законы
2
устанавливать правила или нормы
to establish rules or standards · νομοθετώ νέες διαδικασίες — устанавливаю новые процедуры

Грамматика

Настоящее время
εγώ
νομοθετώ
εσύ
νομοθετείς
αυτός
νομοθετεί
εμείς
νομοθετούμε
εσείς
νομοθετείτε
αυτοί
νομοθετούν
Аорист
εγώ
νομοθέτησα
εσύ
νομοθέτησες
αυτός
νομοθέτησε
εμείς
νομοθετήσαμε
εσείς
νομοθετήσατε
αυτοί
νομοθέτησαν
Будущее
εγώ
θα νομοθετήσω
εσύ
θα νομοθετήσεις
αυτός
θα νομοθετήσει
εμείς
θα νομοθετήσουμε
εσείς
θα νομοθετήσετε
αυτοί
θα νομοθετήσουν

Примеры

Το κοινοβούλιο νομοθέτησε νέες διατάξεις περί προστασίας.
Парламент издал новые положения по защите окружающей среды. · Parliament enacted new provisions on environmental protection.
Πρέπει να νομοθετήσουμε για την ασφάλεια των εργαζομένων.
Нужно законодательно закрепить стандарты безопасности труда. · We need to legislate on workplace safety standards.
Η κυβέρνηση νομοθετεί πολλές αλλαγές αυτό το καλοκαίρι.
Правительство издаёт множество изменений этим летом. · The government is legislating many changes this summer.