Греческий словарь
с грамматикой

νομιμότητα

[nomiˈmotita]существительноеη · женский родB2

Значения

1
законность, легальность
lawfulness, legality · η νομιμότητα μιας πράξης — законность действия
2
легитимность, правомочность
legitimacy, validity · η νομιμότητα της εξουσίας — легитимность власти

Грамматика

Ед. ч.
им.
η νομιμότητα
вин.
την νομιμότητα
род.
της νομιμότητας
зват.
νομιμότητα
Мн. ч.
им.
οι νομιμότητες
вин.
τις νομιμότητες
род.
των νομιμοτήτων
зват.
νομιμότητες

Примеры

Το δικαστήριο αμφισβήτησε την νομιμότητα της απόφασης.
Суд оспорил законность решения. · The court challenged the lawfulness of the decision.
Η κυβέρνηση ζήτησε από τη Βουλή έγκριση της νομιμότητας των μέτρων.
Правительство попросило у парламента одобрения законности мер. · The government sought parliamentary approval of the legality of the measures.
Χωρίς νομιμότητα δεν μπορεί να υπάρξει κανόνας δικαίου.
Без законности не может быть правового порядка. · Without lawfulness there can be no rule of law.
Ανησυχούν για την νομιμότητα της προσαρμογής του κανονισμού.
Они обеспокоены легитимностью изменения положения. · They are concerned about the legitimacy of the amendment to the regulation.