Греческий словарь
с грамматикой

νομιμοποιώ

[nomimoˈpjo]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)C1

Значения

1
придавать законность, узаконивать
to legitimize, to make lawful · νομιμοποιώ μια πράξη — узаконить действие
2
оправдывать, обосновывать
to justify, to warrant · νομιμοποιώ την απόφασή μου — обосновать своё решение

Грамматика

Настоящее время
εγώ
νομιμοποιώ
εσύ
νομιμοποιείς
αυτός
νομιμοποιεί
εμείς
νομιμοποιούμε
εσείς
νομιμοποιείτε
αυτοί
νομιμοποιούν
Аорист
εγώ
νομιμοποίησα
εσύ
νομιμοποίησες
αυτός
νομιμοποίησε
εμείς
νομιμοποιήσαμε
εσείς
νομιμοποιήσατε
αυτοί
νομιμοποίησαν
Будущее
εγώ
θα νομιμοποιήσω
εσύ
θα νομιμοποιήσεις
αυτός
θα νομιμοποιήσει
εμείς
θα νομιμοποιήσουμε
εσείς
θα νομιμοποιήσετε
αυτοί
θα νομιμοποιήσουν

Примеры

Ο νόμος νομιμοποιεί τη χρήση της δύναμης.
Закон узаконивает применение силы. · The law legitimizes the use of force.
Η κυβέρνηση νομιμοποίησε τα μέτρα με διάταγμα.
Правительство обосновало меры указом. · The government justified the measures by decree.
Δεν μπορείς να νομιμοποιήσεις αυτή την απόφαση.
Ты не можешь оправдать это решение. · You cannot justify that decision.