Греческий словарь
с грамматикой

νομίζω

[noˈmizo]глаголA1

Значения

1
думать, полагать, считать
think, believe, suppose · Νομίζω ότι είναι σωστό. — Я думаю, что это правильно.
2
воображать, представлять себе
imagine, fancy · Νομίζεις ότι θα περάσεις; — Ты думаешь, что пройдёшь?

Грамматика

Настоящее время
εγώ
νομίζω
εσύ
νομίζεις
αυτός
νομίζει
εμείς
νομίζουμε
εσείς
νομίζετε
αυτοί
νομίζουν
Аорист
εγώ
νόμισα
εσύ
νόμισες
αυτός
νόμισε
εμείς
νομίσαμε
εσείς
νομίσατε
αυτοί
νόμισαν
Будущее
εγώ
θα νομίσω
εσύ
θα νομίσεις
αυτός
θα νομίσει
εμείς
θα νομίσουμε
εσείς
θα νομίσετε
αυτοί
θα νομίσουν

Примеры

Νομίζω ότι αύριο θα βρέξει.
Я думаю, что завтра будет дождь. · I think it will rain tomorrow.
Τι νομίζεις για το νέο σχέδιο;
Что ты думаешь о новом плане? · What do you think about the new plan?
Νόμισε ότι ήμαστε εχθροί.
Он подумал, что мы враги. · He thought we were enemies.
Δεν νομίζω να είναι δυνατόν.
Я не думаю, что это возможно. · I don't think it's possible.