Греческий словарь
с грамматикой

νοικοκύρης

[nikoˈkiris]существительноеο · мужской родA2

Значения

1
хозяин дома, домовладелец
householder, homeowner · ο νοικοκύρης του σπιτιού — хозяин дома
2
хозяин (дома, хозяйства), глава семьи
master of the house, head of household · ο νοικοκύρης της οικογένειας — глава семьи

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο νοικοκύρης
вин.
το νοικοκύρη
род.
του νοικοκύρη
зват.
νοικοκύρη
Мн. ч.
им.
οι νοικοκύρηδες
вин.
τους νοικοκύρηδες
род.
των νοικοκύρηδων
зват.
νοικοκύρηδες

Примеры

Ο νοικοκύρης γυρίζει στο σπίτι το απόγευμα.
Хозяин приходит домой вечером. · The householder comes home in the evening.
Οι νοικοκύρηδες της περιοχής συναντήθηκαν χθες.
Хозяева района встретились вчера. · The homeowners of the neighbourhood met yesterday.
Ρώτησε το νοικοκύρη για τις σκάλες.
Он спросил хозяина о лестнице. · He asked the householder about the stairs.