νοικιασμένος
[nikiˈazmenos]прилагательноеA2
Значения
1
сданный в аренду, арендованный
rented, leased · διαμέρισμα νοικιασμένο — сданная в аренду квартира
2
нанятый, нанятая (о работнике, слуге)
hired, employed · νοικιασμένος εργάτης — нанятый рабочий
Грамматика
мужской род
им.
νοικιασμένος
вин.
νοικιασμένο
род.
νοικιασμένου
зват.
νοικιασμένε
женский род
им.
νοικιασμένη
вин.
νοικιασμένη
род.
νοικιασμένης
зват.
νοικιασμένη
средний род
им.
νοικιασμένο
вин.
νοικιασμένο
род.
νοικιασμένου
зват.
νοικιασμένο
Примеры
Το νοικιασμένο σπίτι είναι κοντά στη θάλασσα.
Арендованный дом находится близко к морю. · The rented house is close to the sea.
Οι νοικιασμένοι εργάτες δούλεψαν όλη την ημέρα.
Нанятые рабочие работали весь день. · The hired workers laboured all day.
Βρήκαμε μια νοικιασμένη τοποθεσία για το γραφείο.
Мы нашли арендуемое помещение для офиса. · We found a rented location for the office.