Греческий словарь
с грамматикой

νοικιάζω

[nikiˈazo]глаголA2

Значения

1
сдавать в аренду, снимать (жилье)
to rent out, to rent, to lease · νοικιάζω ένα διαμέρισμα — сдаю квартиру в аренду
2
арендовать, брать в аренду (как арендатор)
to rent (as a tenant), to hire · νοικιάζω ένα σπίτι για το καλοκαίρι — беру дом в аренду на лето

Грамматика

Настоящее время
εγώ
νοικιάζω
εσύ
νοικιάζεις
αυτός
νοικιάζει
εμείς
νοικιάζουμε
εσείς
νοικιάζετε
αυτοί
νοικιάζουν
Аорист
εγώ
νοίκιασα
εσύ
νοίκιασες
αυτός
νοίκιασε
εμείς
νοικιάσαμε
εσείς
νοικιάσατε
αυτοί
νοίκιασαν
Будущее
εγώ
θα νοικιάσω
εσύ
θα νοικιάσεις
αυτός
θα νοικιάσει
εμείς
θα νοικιάσουμε
εσείς
θα νοικιάσετε
αυτοί
θα νοικιάσουν

Примеры

Νοικιάζω το σπίτι μου στο καλοκαίρι.
Я сдаю свой дом в аренду летом. · I rent out my house in summer.
Θέλουμε να νοικιάσουμε ένα διαμέρισμα κοντά στο κέντρο.
Мы хотим снять квартиру близко к центру. · We want to rent an apartment near the city centre.
Έχει νοικιάσει πολλές ιδιοκτησίες στην Αθήνα.
Он сдал в аренду много объектов недвижимости в Афинах. · He has rented out many properties in Athens.
Νοίκιασαν το καγιάκ για δύο ώρες.
Они взяли каяк в аренду на два часа. · They rented the kayak for two hours.