Греческий словарь
с грамматикой

νοιάζομαι

[niˈazome]глаголA2

Значения

1
волновать (кого-л.), беспокоить; заботить
to worry (someone), to concern; to bother · Δεν με νοιάζει — Мне не важно / Меня не волнует
2
заботиться, беспокоиться (о ком-л., чём-л.)
to care (about), to worry (about) · νοιάζεται για τα παιδιά — заботится о детях

Грамматика

Настоящее время
εγώ
νοιάζομαι
εσύ
νοιάζεσαι
αυτός
νοιάζεται
εμείς
νοιαζόμαστε
εσείς
νοιάζεστε
αυτοί
νοιάζονται
Аорист
εγώ
νοιάστηκα
εσύ
νοιάστηκες
αυτός
νοιάστηκε
εμείς
νοιαστήκαμε
εσείς
νοιαστήκατε
αυτοί
νοιάστηκαν
Будущее
εγώ
θα νοιαστώ
εσύ
θα νοιαστείς
αυτός
θα νοιαστεί
εμείς
θα νοιαστούμε
εσείς
θα νοιαστείτε
αυτοί
θα νοιαστούν

Примеры

Δεν με νοιάζει τι λένε οι άλλοι.
Мне не важно, что говорят другие. · I don't care what others say.
Η μητέρα του νοιάζεται πολύ για την υγεία του.
Его мать очень беспокоится о его здоровье. · His mother worries a lot about his health.
Δεν νοιάστηκε καθόλου για τις συνέπειες.
Он вообще не беспокоился о последствиях. · He didn't worry about the consequences at all.
Θα νοιαστούν για τα προβλήματα αργότερα.
Они будут волноваться о проблемах позже. · They will worry about the problems later.