νικητήριος
[nikirˈtirios]прилагательноеB2
Значения
1
победный, триумфальный
victorious, triumphal · νικητήριος στέφανος — победный венок
2
относящийся к победе, победоносный
relating to victory, conquering · νικητήριο πέρασμα — победное шествие
Грамматика
мужской род
им.
νικητήριος
вин.
νικητήριο
род.
νικητηρίου
зват.
νικητήριε
женский род
им.
νικητηρία
вин.
νικητηρία
род.
νικητηρίας
зват.
νικητηρία
средний род
им.
νικητήριο
вин.
νικητήριο
род.
νικητηρίου
зват.
νικητήριο
Примеры
Στη δεξίωση του ήρωα φορούσε νικητήριο στέφανο.
На приёме героя он носил победный венок. · At the hero's reception he wore a victor's wreath.
Η νικητηρία ομάδα γύρισε στη πόλη με θριάμβους.
Победная команда вернулась в город с триумфом. · The victorious team returned to the city in triumph.
Ο νικητήριος αγώνας έμεινε στη μνήμη του κόσμου.
Победоносная борьба осталась в памяти мира. · The conquering struggle remained in the memory of mankind.