νικήτρια
[niˈkitria]существительноеη · женский родB1
Значения
1
победительница, победница
winner (female), victor (female) · η νικήτρια του αγώνα — победительница соревнования
Грамматика
Ед. ч.
им.
η νικήτρια
вин.
τη νικήτρια
род.
της νικήτριας
зват.
νικήτρια
Мн. ч.
им.
οι νικήτριες
вин.
τις νικήτριες
род.
των νικητριών
зват.
νικήτριες
Примеры
Η νικήτρια του διαγωνισμού έλαβε ένα όμορφο βραβείο.
Победительница конкурса получила красивый приз. · The competition winner received a beautiful prize.
Οι νικήτριες γελούσαν από χαρά στο βάθρο.
Победительницы смеялись от радости на подиуме. · The winners laughed with joy on the podium.
Της νικήτριας το όνομα είναι τώρα διάσημο.
Имя победительницы теперь известно. · The winner's name is now famous.