Греческий словарь
с грамматикой

νικάω

[niˈkaːo]глаголA2

Значения

1
побеждать, выигрывать
to win, to defeat · νικάω τον αντίπαλό μου — я побеждаю моего противника
2
одерживать победу
to be victorious, to triumph · η ομάδα μας νίκησε — наша команда победила

Грамматика

Настоящее время
εγώ
νικάω
εσύ
νικάς
αυτός
νικά
εμείς
νικάμε
εσείς
νικάτε
αυτοί
νικάνε
Аорист
εγώ
νίκησα
εσύ
νίκησες
αυτός
νίκησε
εμείς
νικήσαμε
εσείς
νικήσατε
αυτοί
νίκησαν
Будущее
εγώ
θα νικήσω
εσύ
θα νικήσεις
αυτός
θα νικήσει
εμείς
θα νικήσουμε
εσείς
θα νικήσετε
αυτοί
θα νικήσουν

Примеры

Η Ελλάδα νίκησε το Βέλγιο στο ποδόσφαιρο.
Греция победила Бельгию в футболе. · Greece defeated Belgium in football.
Πάντα νικάς όταν παίζεις στο σπίτι σου.
Ты всегда выигрываешь, когда играешь у себя дома. · You always win when you play at home.
Θα νικήσουν αν παίξουν σωστά.
Они победят, если будут играть хорошо. · They will win if they play well.
Ο αθλητής νικήθηκε από τον ισχυρότερό του.
Спортсмен был побеждён более сильным соперником. · The athlete was defeated by a stronger opponent.