νεκροτομείο
[nekrotoˈmio]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
морг, место где проводятся вскрытия трупов
morgue, place where autopsies are performed · το νεκροτομείο του νοσοκομείου — морг больницы
Грамматика
Ед. ч.
им.
το νεκροτομείο
вин.
το νεκροτομείο
род.
του νεκροτομείου
зват.
νεκροτομείο
Мн. ч.
им.
τα νεκροτομεία
вин.
τα νεκροτομεία
род.
των νεκροτομείων
зват.
νεκροτομεία
Примеры
Το νεκροτομείο βρίσκεται στο υπόγειο του νοσοκομείου.
Морг находится в подвале больницы. · The morgue is located in the hospital basement.
Ο ιατροδικαστής εργάζεται στο νεκροτομείο.
Судебный медик работает в морге. · The forensic pathologist works at the morgue.
Τα νεκροτομεία πρέπει να έχουν αυστηρές προδιαγραφές υγιεινής.
Морги должны соответствовать строгим санитарным стандартам. · Morgues must meet strict sanitary standards.