ναυτιάζω
[nafˈtjazo]глаголгруппа А (безударное -ω)A2
Значения
1
испытывать морскую болезнь, тошноту
to feel seasick, to feel nauseous · ναυτιάζω στο πλοίο — мне тошнит на корабле
2
вызывать отвращение, омерзение
to disgust, to repel · με ναυτιάζει η συμπεριφορά του — его поведение мне отвратительно
Грамматика
Настоящее время
εγώ
ναυτιάζω
εσύ
ναυτιάζεις
αυτός
ναυτιάζει
εμείς
ναυτιάζουμε
εσείς
ναυτιάζετε
αυτοί
ναυτιάζουν
Аорист
εγώ
ναυτίασα
εσύ
ναυτίασες
αυτός
ναυτίασε
εμείς
ναυτιάσαμε
εσείς
ναυτιάσατε
αυτοί
ναυτίασαν
Будущее
εγώ
θα ναυτιάσω
εσύ
θα ναυτιάσεις
αυτός
θα ναυτιάσει
εμείς
θα ναυτιάσουμε
εσείς
θα ναυτιάσετε
αυτοί
θα ναυτιάσουν
Примеры
Ναυτιάζει μέσα στο πλοίο όταν θαλασσιάζει.
На корабле его тошнит, когда волнуется море. · He feels sick on the ship when the sea gets rough.
Με ναυτιάζει η απαίσια συμπεριφορά του.
Его отвратительное поведение вызывает во мне отвращение. · His vile behavior disgusts me.
Όλος ναυτιάζει από τη ζέστη και τη μυρωδιά.
От жары и запаха всех рвёт. · Everyone is feeling sick from the heat and the smell.
Θα ναυτιάσει αν συνεχίσει να τρώει τόσο πολύ.
Его будет рвать, если он будет продолжать так много есть. · He'll feel sick if he keeps eating so much.