ναυπηγείο
[navpiˈʝio]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
верфь, судостроительный завод
shipyard, shipbuilding yard · εργοστάσιο για κατασκευή πλοίων — фабрика по постройке кораблей
Грамматика
Ед. ч.
им.
το ναυπηγείο
вин.
το ναυπηγείο
род.
του ναυπηγείου
зват.
ναυπηγείο
Мн. ч.
им.
τα ναυπηγεία
вин.
τα ναυπηγεία
род.
των ναυπηγείων
зват.
ναυπηγεία
Примеры
Το ναυπηγείο στον Πειραιά κατασκευάζει μεγάλα πλοία.
Верфь в Пирее строит большие корабли. · The shipyard in Piraeus builds large ships.
Χιλιάδες εργάτες δουλεύουν στα ναυπηγεία της χώρας.
Тысячи рабочих работают на верфях страны. · Thousands of workers are employed in the country's shipyards.
Το ναυπηγείο κλείνει λόγω οικονομικής κρίσης.
Верфь закрывается из-за экономического кризиса. · The shipyard is closing due to the economic crisis.