ναυάγιο
[naˈvaʝo]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
кораблекрушение
shipwreck · το πλοίο βυθίστηκε — корабль затонул
2
обломки корабля
wreckage · τα συντρίμμια στην παραλία — обломки на пляже
3
катастрофа, крах
disaster, ruin · το ναυάγιο του σχεδίου — крах плана
Грамматика
Ед. ч.
им.
το ναυάγιο
вин.
το ναυάγιο
род.
του ναυαγίου
зват.
ναυάγιο
Мн. ч.
им.
τα ναυάγια
вин.
τα ναυάγια
род.
των ναυαγίων
зват.
ναυάγια
Примеры
Το ναυάγιο συνέβη στο Αιγαίο Πέλαγος.
Кораблекрушение произошло в Эгейском море. · The shipwreck occurred in the Aegean Sea.
Οι δύτες εξερεύνησαν τα ναυάγια του παρελθόντος.
Водолазы исследовали обломки прошлого. · The divers explored the wrecks of the past.
Το ναυάγιο της οικονομίας ήταν καταστροφικό.
Крах экономики был катастрофическим. · The economic collapse was disastrous.
Βρήκαν αντικείμενα από το αρχαίο ναυάγιο.
Они нашли предметы из древнего кораблекрушения. · They found objects from the ancient shipwreck.