ναρκώνω
[naˈrkono]глаголгруппа А (безударное -ω)B2
Значения
1
усыплять, обездвиживать (с помощью наркотика или яда)
to anaesthetize, to drug, to narcotize · ναρκώνει τον ασθενή — усыпляет пациента
2
оцепенять, парализовать (переносно — о чувстве, воле)
to paralyze, to numb (emotionally or mentally) · ναρκώνει τη θέλησή του — парализует его волю
Грамматика
Настоящее время
εγώ
ναρκώνω
εσύ
ναρκώνεις
αυτός
ναρκώνει
εμείς
ναρκώνουμε
εσείς
ναρκώνετε
αυτοί
ναρκώνουν
Аорист
εγώ
ναρκώνησα
εσύ
ναρκώνησες
αυτός
ναρκώνησε
εμείς
ναρκώνησαμε
εσείς
ναρκώνησατε
αυτοί
ναρκώνησαν
Будущее
εγώ
θα ναρκώσω
εσύ
θα ναρκώσεις
αυτός
θα ναρκώσει
εμείς
θα ναρκώσουμε
εσείς
θα ναρκώσετε
αυτοί
θα ναρκώσουν
Примеры
Ο χειρουργός ναρκώνει τον ασθενή πριν την επέμβαση.
Хирург усыпляет пациента перед операцией. · The surgeon anaesthetizes the patient before surgery.
Τα φάρμακα του ναρκώνουν το πόνο αποτελεσματικά.
Его лекарства эффективно притупляют боль. · His drugs effectively numb the pain.
Η απλοχοΐα ναρκώνει τη κρίση των ανθρώπων.
Наивность парализует суждение людей. · Naivety paralyzes people's judgment.
Το κρασί τον ναρκώνει και δεν αισθάνεται τίποτα.
Вино его усыпляет, и он ничего не чувствует. · The wine drugs him and he feels nothing.