ναρκωτικός
[narkoˈtikos]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
наркотик, наркотическое вещество
narcotic, drug · παράνομα ναρκωτικά — запрещённые наркотики
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο ναρκωτικός
вин.
τον ναρκωτικό
род.
του ναρκωτικού
зват.
ναρκωτικέ
Мн. ч.
им.
οι ναρκωτικοί
вин.
τους ναρκωτικούς
род.
των ναρκωτικών
зват.
ναρκωτικοί
Примеры
Ο ναρκωτικός καταστρέφει την υγεία των ανθρώπων.
Наркотик разрушает здоровье людей. · Drugs destroy people's health.
Πολλοί νέοι κινδυνεύουν από τους ναρκωτικούς.
Многие молодые люди подвергаются опасности наркотиков. · Many young people are at risk from drugs.
Η αστυνομία συνέλαβε τους διακινητές ναρκωτικών.
Полиция арестовала торговцев наркотиками. · The police arrested drug traffickers.