Греческий словарь
с грамматикой

νήθω

[ˈniθo]глаголB2

Значения

1
прясть, вить (нить, пряжу)
to spin (thread, yarn) · νήθω μάλλα — я пряду шерсть
2
придумывать, выдумывать (истории, ложь)
to make up, concoct (stories, lies) · νήθει ψέματα — он сочиняет ложь

Грамматика

Настоящее время
εγώ
νήθω
εσύ
νήθεις
αυτός
νήθει
εμείς
νήθουμε
εσείς
νήθετε
αυτοί
νήθουν
Аорист
εγώ
νήθησα
εσύ
νήθησες
αυτός
νήθησε
εμείς
νήθησαμε
εσείς
νήθησατε
αυτοί
νήθησαν
Будущее
εγώ
θα νήθω
εσύ
θα νήθεις
αυτός
θα νήθει
εμείς
θα νήθουμε
εσείς
θα νήθετε
αυτοί
θα νήθουν

Примеры

Η γιαγιά νήθει μάλλα κάθε απόγευμα.
Бабушка прядёт шерсть каждый вечер. · Grandmother spins wool every evening.
Νήθησε μια ιστορία για να εντυπωσιάσει τα παιδιά.
Он выдумал историю, чтобы впечатлить детей. · He made up a story to impress the children.
Συνέχισε να νήθει ψέματα για μήνες.
Он продолжал сочинять ложь месяцами. · He kept spinning lies for months.
Νήθουν όλα αυτά τα σκάνδαλα στην εφημερίδα.
Они придумывают все эти скандалы в газетах. · They concoct all those scandals in the newspapers.