Греческий словарь
с грамматикой

νέμω

[ˈnemo]глаголB2

Значения

1
распределять, раздавать, выделять (ресурсы, деньги)
distribute, allocate, apportion (resources, funds) · νέμει χρήματα στους ανάγκης — раздаёт деньги нуждающимся
2
пасти (скот), давать пастбище
graze, pasture (livestock) · νέμει τα πρόβατα στο λιβάδι — пасёт овец на лугу
3
отводить, выделять (место, часть)
assign, allocate (space, portion) · νέμει τόπο για το πάρκο — выделяет место под парк

Грамматика

Настоящее время
εγώ
νέμω
εσύ
νέμεις
αυτός
νέμει
εμείς
νέμουμε
εσείς
νέμετε
αυτοί
νέμουν
Аорист
εγώ
νέμησα
εσύ
νέμησες
αυτός
νέμησε
εμείς
νεμήσαμε
εσείς
νεμήσατε
αυτοί
νέμησαν
Будущее
εγώ
θα νέμω
εσύ
θα νέμεις
αυτός
θα νέμει
εμείς
θα νέμουμε
εσείς
θα νέμετε
αυτοί
θα νέμουν

Примеры

Η κυβέρνηση νέμει τα κονδύλια σε διάφορα προγράμματα.
Правительство распределяет финансирование на различные программы. · The government allocates funding to various programs.
Στο χωριό νέμουν τα πρόβατα ελεύθερα.
В деревне овец пасут на воле. · In the village they graze sheep freely.
Ο κηπουρός νέμησε χώρο για το νέο λουλουδάρι.
Садовник выделил место для новой клумбы. · The gardener allocated space for the new flowerbed.
Θα νέμουν τις θέσεις σύμφωνα με τα κριτήρια.
Они будут распределять должности в соответствии с критериями. · They will assign positions according to the criteria.