νέκρωση
[ˈnekrosi]существительноеη · женский родC1
Значения
1
некроз, омертвение ткани
necrosis, death of tissue · νέκρωση των κυττάρων — омертвение клеток
2
гибель, упадок (переносное)
death, decline (figurative) · η νέκρωση της δημοκρατίας — гибель демократии
Грамматика
Ед. ч.
им.
η νέκρωση
вин.
τη νέκρωση
род.
της νέκρωσης
зват.
νέκρωση
Мн. ч.
им.
οι νεκρώσεις
вин.
τις νεκρώσεις
род.
των νεκρώσεων
зват.
νεκρώσεις
Примеры
Η νέκρωση των ιστών είναι σοβαρή κατάσταση.
Некроз тканей — серьёзное состояние. · Tissue necrosis is a serious condition.
Οι γιατροί ανίχνευσαν νέκρωση στο μυοκάρδιο.
Врачи обнаружили некроз в миокарде. · The doctors detected necrosis in the myocardium.
Η νέκρωση των θεσμών συμβαίνει βαθμιαία.
Гибель учреждений происходит постепенно. · The decay of institutions happens gradually.