μυώ
[mjo]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)B2
Значения
1
посвящать в тайны, инициировать (в мистерии)
to initiate into mysteries, to teach secret rites · μυώ κάποιον στα μυστήρια — посвящать кого-то в таинства
2
обучать, наставлять в чём-либо
to instruct, to train in something · μυώ τον μαθητή στην τέχνη — обучать ученика искусству
Грамматика
Настоящее время
εγώ
μυώ
εσύ
μυείς
αυτός
μυεί
εμείς
μυούμε
εσείς
μυείτε
αυτοί
μυούν
Аорист
εγώ
μύησα
εσύ
μύησες
αυτός
μύησε
εμείς
μυήσαμε
εσείς
μυήσατε
αυτοί
μύησαν
Будущее
εγώ
θα μυήσω
εσύ
θα μυήσεις
αυτός
θα μυήσει
εμείς
θα μυήσουμε
εσείς
θα μυήσετε
αυτοί
θα μυήσουν
Примеры
Στην αρχαία Ελλάδα μύουν τους πιστούς στα ελευσίνια μυστήρια.
В древней Греции посвящали верующих в элевсинские таинства. · In ancient Greece they initiated believers into the Eleusinian mysteries.
Ο δάσκαλος μύησε τον νέο μαθητή στα μυστικά της τέχνης του.
Учитель обучил молодого ученика секретам своего мастерства. · The master taught the young apprentice the secrets of his craft.
Έχουν μυήσει πολλές γενιές πληθυσμού σε αυτή την παράδοση.
Они посвятили многие поколения населения в эту традицию. · They have initiated many generations of the population into this tradition.