μυθολογία
[miθoloˈʝia]существительноеη · женский родB1
Значения
1
мифология, система мифов
mythology, system of myths · η ελληνική μυθολογία — греческая мифология
2
выдумка, вымысел, миф
fabrication, fiction, myth · αυτό είναι μυθολογία — это выдумка
Грамматика
Ед. ч.
им.
η μυθολογία
вин.
τη μυθολογία
род.
της μυθολογίας
зват.
μυθολογία
Мн. ч.
им.
οι μυθολογίες
вин.
τις μυθολογίες
род.
των μυθολογιών
зват.
μυθολογίες
Примеры
Η ελληνική μυθολογία είναι πολύ ενδιαφέρουσα.
Греческая мифология очень интересна. · Greek mythology is very interesting.
Μελετάμε τη ρωμαϊκή μυθολογία στο σχολείο.
В школе мы изучаем римскую мифологию. · We study Roman mythology at school.
Αυτές οι ιστορίες είναι απλώς μυθολογία.
Эти истории — просто вымысел. · These stories are just myths.