μποτιλιάρισμα
[botiˈljarizma]существительноеτο · средний родB2
Значения
1
затор, пробка, скопление (машин, людей)
traffic jam, bottleneck, congestion · μποτιλιάρισμα στο δρόμο — затор на дороге
2
затруднение, препятствие в деятельности
bottleneck, obstacle, hindrance in activity · μποτιλιάρισμα στην παραγωγή — узкое место в производстве
Грамматика
Ед. ч.
им.
το μποτιλιάρισμα
вин.
το μποτιλιάρισμα
род.
του μποτιλιαρίσματος
зват.
μποτιλιάρισμα
Мн. ч.
им.
τα μποτιλιαρίσματα
вин.
τα μποτιλιαρίσματα
род.
των μποτιλιαρισμάτων
зват.
μποτιλιαρίσματα
Примеры
Υπάρχει τρομερό μποτιλιάρισμα στην Αθήνα σήμερα.
В Афинах сегодня страшный затор. · There's terrible traffic congestion in Athens today.
Το μποτιλιάρισμα στα αεροδρόμια δημιουργεί καθυστερήσεις.
Пробки в аэропортах вызывают задержки. · Bottlenecks at airports cause delays.
Τα μποτιλιαρίσματα στην εφοδιαστική αλυσίδα είναι πρόβλημα.
Узкие места в цепи поставок — проблема. · Bottlenecks in the supply chain are a problem.