Греческий словарь
с грамматикой

μπλοφάρω

[bloˈfaro]глаголB2

Значения

1
блефовать, отвлекать внимание обманом
to bluff, to deceive or mislead · μπλοφάρω τον αντίπαλο — блефую противника
2
хвастаться, выдавать себя за кого-то важнее
to show off, to pretend to be more important than one is · μπλοφάρει ότι είναι πλούσιος — он выдаёт себя за богатого

Грамматика

Настоящее время
εγώ
μπλοφάρω
εσύ
μπλοφάρεις
αυτός
μπλοφάρει
εμείς
μπλοφάρουμε
εσείς
μπλοφάρετε
αυτοί
μπλοφάρουν
Аорист
εγώ
μπλόφαρα
εσύ
μπλόφαρες
αυτός
μπλόφαρε
εμείς
μπλοφάραμε
εσείς
μπλοφάρατε
αυτοί
μπλόφαραν
Будущее
εγώ
θα μπλοφάρω
εσύ
θα μπλοφάρεις
αυτός
θα μπλοφάρει
εμείς
θα μπλοφάρουμε
εσείς
θα μπλοφάρετε
αυτοί
θα μπλοφάρουν

Примеры

Δεν μπλοφάρει, έχει πολύ καλά χαρτιά.
Он не блефует, у него отличные карты. · He's not bluffing, he has excellent cards.
Μπλόφαρε ότι ήταν διευθυντής της εταιρείας.
Он выдал себя за директора компании. · He pretended to be the company director.
Θα μπλοφάρω αν χρειαστεί για να κερδίσω.
Я буду блефовать, если понадобится, чтобы выиграть. · I'll bluff if necessary to win.