μπλουζάκι
[bluˈzaki]существительноеτο · средний родA1
Значения
1
футболка, майка
t-shirt · ένα άνετο μπλουζάκι — удобная футболка
Грамматика
Ед. ч.
им.
το μπλουζάκι
вин.
το μπλουζάκι
род.
του μπλουζακιού
зват.
μπλουζάκι
Мн. ч.
им.
τα μπλουζάκια
вин.
τα μπλουζάκια
род.
των μπλουζακιών
зват.
μπλουζάκια
Примеры
Αγόρασα ένα λευκό μπλουζάκι χθες.
Вчера я купил белую футболку. · I bought a white t-shirt yesterday.
Τα μπλουζάκια σας είναι στο πλυντήριο.
Ваши футболки в стиральной машине. · Your t-shirts are in the washing machine.
Φορώ το κόκκινο μπλουζάκι με τα αστέρια.
Я надеваю красную футболку со звёздами. · I'm wearing the red t-shirt with stars.