Греческий словарь
с грамматикой

μπλοκάρω

[bloˈkaro]глаголB1

Значения

1
блокировать, перекрывать (проход, дорогу и т. п.)
to block, to obstruct (passage, road, etc.) · μπλοκάρω την πόρτα — блокировать дверь
2
блокировать (на социальных сетях, в приложениях)
to block (on social media, in apps) · μπλοκάρω έναν χρήστη — заблокировать пользователя

Грамматика

Настоящее время
εγώ
μπλοκάρω
εσύ
μπλοκάρεις
αυτός
μπλοκάρει
εμείς
μπλοκάρουμε
εσείς
μπλοκάρετε
αυτοί
μπλοκάρουν
Аорист
εγώ
μπλόκαρα
εσύ
μπλόκαρες
αυτός
μπλόκαρε
εμείς
μπλοκάραμε
εσείς
μπλοκάρατε
αυτοί
μπλόκαραν
Будущее
εγώ
θα μπλοκάρω
εσύ
θα μπλοκάρεις
αυτός
θα μπλοκάρει
εμείς
θα μπλοκάρουμε
εσείς
θα μπλοκάρετε
αυτοί
θα μπλοκάρουν

Примеры

Το φορτηγό μπλόκαρε την είσοδο του κτιρίου.
Грузовик заблокировал вход в здание. · The truck blocked the building's entrance.
Με μπλόκαρε στα social media χωρίς λόγο.
Он меня заблокировал в соцсетях без причины. · He blocked me on social media without any reason.
Δεν πρέπει να μπλοκάρεις τον αγωγό νερού.
Не следует перекрывать водопровод. · You shouldn't block the water pipe.
Έχει μπλοκάρει πολλούς χρήστες που τον ενοχλούσαν.
Он заблокировал множество пользователей, которые его беспокоили. · He has blocked many users who were bothering him.