Греческий словарь
с грамматикой

μπλέχω

[ˈblexo]глаголB1

Значения

1
плести, вязать
to weave, to knit · μπλέχω ένα ζεστό σάλι — плету тёплый шарф
2
сплетать, переплетать
to intertwine, to braid · μπλέχω τα μαλλιά — плету косу
3
выдумывать, сочинять (ложь, историю)
to make up, to fabricate (a lie, story) · μπλέχει ψέματα — сочиняет ложь

Грамматика

Настоящее время
εγώ
μπλέχω
εσύ
μπλέχεις
αυτός
μπλέχει
εμείς
μπλέχουμε
εσείς
μπλέχετε
αυτοί
μπλέχουν
Аорист
εγώ
έπλεξα
εσύ
έπλεξες
αυτός
έπλεξε
εμείς
πλέξαμε
εσείς
πλέξατε
αυτοί
έπλεξαν
Будущее
εγώ
θα πλέξω
εσύ
θα πλέξεις
αυτός
θα πλέξει
εμείς
θα πλέξουμε
εσείς
θα πλέξετε
αυτοί
θα πλέξουν

Примеры

Η γιαγιά μπλέχει ένα όμορφο πουλόβερ για τη μικρή.
Бабушка вяжет красивый свитер для малышки. · Grandma is knitting a beautiful sweater for the little girl.
Έπλεξε τα λουλούδια σε ένα στεφάνι.
Она сплела цветы в венок. · She wove the flowers into a wreath.
Δεν μπορώ να πιστέψω ότι μπλέχει τέτοιες ιστορίες!
Не могу поверить, что он выдумывает такие истории! · I can't believe he's making up such stories!
Θα πλέξουμε μαζί το απόγευμα.
Мы будем вязать вместе сегодня вечером. · We'll knit together this afternoon.