Греческий словарь
с грамматикой

μπλέκω

[ˈbleko]глаголB1

Значения

1
запутывать, путать (волосы, нити и т.п.)
to tangle, to knot, to tangle up (hair, threads, etc.) · μπλέκω τα μαλλιά μου — запутываю волосы
2
вовлекать, втягивать (в неприятности, конфликт)
to involve, to implicate, to drag into (trouble, conflict) · μπλέκω κάποιον σε πρόβλημα — втягиваю кого-то в проблему
3
смешивать, перепутывать, путать (факты, детали)
to mix up, to confuse, to muddle (facts, details) · μπλέκω τα γεγονότα — путаю события

Грамматика

Настоящее время
εγώ
μπλέκω
εσύ
μπλέκεις
αυτός
μπλέκει
εμείς
μπλέκουμε
εσείς
μπλέκετε
αυτοί
μπλέκουν
Аорист
εγώ
έμπλεξα
εσύ
έμπλεξες
αυτός
έμπλεξε
εμείς
εμπλέξαμε
εσείς
εμπλέξατε
αυτοί
έμπλεξαν
Будущее
εγώ
θα μπλέξω
εσύ
θα μπλέξεις
αυτός
θα μπλέξει
εμείς
θα μπλέξουμε
εσείς
θα μπλέξετε
αυτοί
θα μπλέξουν

Примеры

Τα μαλλιά μου μπλέκονται όταν κοιμάμαι.
Мои волосы запутываются, когда я сплю. · My hair tangles when I sleep.
Δεν θέλω να μπλεχθώ σε αυτή την υπόθεση.
Я не хочу быть вовлечён в это дело. · I don't want to get involved in this matter.
Έμπλεξε τα στοιχεία και έκανε λάθος.
Он перепутал факты и ошибся. · He mixed up the facts and made a mistake.
Μη με μπλέκεις στις φιλονικίες σας!
Не втягивай меня в ваши ссоры! · Don't drag me into your quarrels!