μπισκότο
[biˈskoto]существительноеτο · средний родA1
Значения
1
печенье, бисквит
biscuit, cookie · ένα γλυκό μπισκότο — сладкое печенье
Грамматика
Ед. ч.
им.
το μπισκότο
вин.
το μπισκότο
род.
του μπισκότου
зват.
μπισκότο
Мн. ч.
им.
τα μπισκότα
вин.
τα μπισκότα
род.
των μπισκότων
зват.
μπισκότα
Примеры
Θέλω ένα μπισκότο με τον καφέ μου.
Я хочу печенье с моим кофе. · I want a biscuit with my coffee.
Τα παιδιά τρώνε μπισκότα κάθε απόγευμα.
Дети едят печенье каждый день после обеда. · The children eat biscuits every afternoon.
Αγόρασα ένα πακέτο με μπισκότα από το σούπερ μάρκετ.
Я купил пакет печенья в супермаркете. · I bought a packet of biscuits from the supermarket.