Греческий словарь
с грамматикой

μπερδεύω

[berˈðeβo]глаголA2

Значения

1
путать, смешивать, запутывать
to confuse, to mix up, to tangle · μπερδεύω τα καλώδια — путаю кабели
2
смущать, приводить в замешательство
to embarrass, to disconcert · με μπέρδεψες με την ερώτησή σου — ты смутил меня своим вопросом

Грамматика

Настоящее время
εγώ
μπερδεύω
εσύ
μπερδεύεις
αυτός
μπερδεύει
εμείς
μπερδεύουμε
εσείς
μπερδεύετε
αυτοί
μπερδεύουν
Аорист
εγώ
μπέρδεψα
εσύ
μπέρδεψες
αυτός
μπέρδεψε
εμείς
μπερδέψαμε
εσείς
μπερδέψατε
αυτοί
μπέρδεψαν
Будущее
εγώ
θα μπερδέψω
εσύ
θα μπερδέψεις
αυτός
θα μπερδέψει
εμείς
θα μπερδέψουμε
εσείς
θα μπερδέψετε
αυτοί
θα μπερδέψουν

Примеры

Μη μου μπερδεύεις τις σκέψεις με τέτοια ερωτήματα.
Не путай мне голову такими вопросами. · Don't confuse me with such questions.
Όλα τα καλώδια στο δωμάτιό του ήταν μπερδεμένα.
Все кабели в его комнате были в беспорядке. · All the cables in his room were tangled.
Δεν θα σε μπερδέψω με τις λεπτομέρειες.
Я не буду утомлять тебя деталями. · I won't burden you with the details.
Μπέρδεψε τα ονόματα των δυο αδελφών.
Он спутал имена двух братьев. · He mixed up the names of the two brothers.