Греческий словарь
с грамматикой

μπερδεύομαι

[berˈðevo̞me]глаголA2

Значения

1
путаться, теряться (в чём-то сложном)
to get confused, to be bewildered · μπερδεύομαι στα μαθήματα — я путаюсь в уроках
2
запутаться, оказаться в затруднительном положении
to get into trouble, to get tangled up · μπερδεύτηκε στα προβλήματα — он запутался в проблемах
3
ошибиться, перепутать
to mix up, to mistake · μπερδεύομαι τα ονόματα — я путаю имена

Грамматика

Настоящее время
εγώ
μπερδεύομαι
εσύ
μπερδεύεσαι
αυτός
μπερδεύεται
εμείς
μπερδευόμαστε
εσείς
μπερδεύεστε
αυτοί
μπερδεύονται
Аорист
εγώ
μπερδεύτηκα
εσύ
μπερδεύτηκες
αυτός
μπερδεύτηκε
εμείς
μπερδευτήκαμε
εσείς
μπερδευτήκατε
αυτοί
μπερδεύτηκαν
Будущее
εγώ
θα μπερδευτώ
εσύ
θα μπερδευτείς
αυτός
θα μπερδευτεί
εμείς
θα μπερδευτούμε
εσείς
θα μπερδευτείτε
αυτοί
θα μπερδευτούν

Примеры

Μπερδεύομαι στα μαθηματικά και ζητώ βοήθεια.
Я путаюсь в математике и прошу помощь. · I get confused in math and ask for help.
Όταν μπερδεύτηκε, δεν ήξερε τι να κάνει.
Когда он запутался, не знал, что делать. · When he got confused, he didn't know what to do.
Μπερδεύομαι τα πρόσωπα των ηθοποιών.
Я путаю лица актёров. · I mix up the actors' faces.
Δεν θα μπερδευτώ ξανά με τα έγγραφα.
Я больше не запутаюсь с документами. · I won't get tangled up with the documents again.