Греческий словарь
с грамматикой

μπαστούνι

[baˈstuni]существительноеτο · средний родA1

Значения

1
палка, трость
stick, walking stick · μπαστούνι για περπάτημα — палка для ходьбы
2
дубинка, бита
club, bat · μπαστούνι του μπέιζμπολ — бита для бейсбола
3
полицейская дубинка
police baton · μπαστούνι αστυνομίας — полицейская дубинка

Грамматика

Ед. ч.
им.
το μπαστούνι
вин.
το μπαστούνι
род.
του μπαστουνιού
зват.
μπαστούνι
Мн. ч.
им.
τα μπαστούνια
вин.
τα μπαστούνια
род.
των μπαστουνιών
зват.
μπαστούνια

Примеры

Ο παππούς χρησιμοποιεί ένα μπαστούνι για περπάτημα.
Дедушка использует палку для ходьбы. · Grandfather uses a stick for walking.
Το παιδί έπαιζε με τα μπαστούνια στο πάρκο.
Ребёнок играл с палками в парке. · The child played with sticks in the park.
Χρησιμοποίησε το μπαστούνι του μπέιζμπολ με δύναμη.
Он с силой махнул бейсбольной битой. · He swung the baseball bat with force.
Η αστυνομία έχει μπαστούνια για αυτοάμυνα.
Полиция имеет дубинки для самозащиты. · The police carry batons for self-defence.